Πέμπτη
22 Οκτωβρίου
2020

Doctor Vasiliadis

ΙΝΟΚΥΣΤΙΚΗ ΜΑΣΤΟΠΑΘΕΙΑ (Ινοκυστικές αλλοιώσεις Μαστών)

© Yπό Δρ Γεώργιου Κασσάρα, Χειρούργου  μαστού

Η ινοκυστική μαστοπάθεια αποτελεί καλοήθη πάθηση του μαστού, που μπορεί να θεωρηθεί ορμονοεξαρτώμενη, επειδή εμφανίζεται στη γενετησιακή ηλικία της γυναίκας, είναι αμφοτερόπλευρη, η κλινική της πορεία ακολουθεί την ωοθηκική δραστηριότητα και  η χορήγηση ορμονών περιλαμβάνεται στη θεραπεία της αν απαιτηθεί.

Η ινοκυστική μαστοπάθεια αποτελεί τη συχνότερη πάθηση του μαστού της γυναίκας ηλικίας 35 έως 50 ετών. Η συχνότητα της φτάνει τη συχνότητα του καρκίνου του μαστού. Πάνω από 15-20 στις 100 γυναίκες εμφανίζουν συμπτώματα της πάθησης πριν εγκατασταθεί σε αυτές η εμμηνόπαυση. Μετά την εμμηνόπαυση και πριν την ηλικία των 21 ετών η πάθηση σπανίζει.

Προδιαθεσικοί παράγοντες. Πιστεύεται, πως οι παρακάτω παράγοντες συμβάλλουν στην εκδήλωση της πάθησης.

  1. Η καθυστερημένη εμμηναρχή
  2. Η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της γυναίκας, δηλαδή η συχνότητα της πάθησης είναι αυξημένη στις ανώτερες τάξεις, σε γυναίκες πόλεων, σε πνευματικά αναπτυγμένες και σε όσες μεταναστεύουν. Η παχυσαρκία ελαττώνει τη συχνότητα.
  3. Η ψυχική υπερένταση και το άγχος.
  4. Η κατάχρηση πομάτων πλούσιων σε μεθυλξανθίνες, όπως είναι το τσάι, η σοκολάτα, ο καφές, η κόκα-κόλα.
  5. Η αγαμία, η ατεκνία ή η απόκτηση ενός μόνο παιδιού, γιατί οι πολύτοκες σπάνια πάσχουν από ινοκυστική μαστοπάθεια.
  6. Η παρατεινόμενη υπεροιστρογοναιμία, που οφείλεται σε έκκριση ή χορήγηση οιστρογόνων ορμονών ή σε ελαττωματική έκκριση προγεστερόνης, μπορεί να θεωρηθεί προδιαθεσικός παράγοντας, γιατί οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των κυττάρων και αποδιοργάνωση της ιστολογικής αρχιτεκτονικής του μαστού.

Σχέση με καρκίνο. Αυτή αποτελεί πρόβλημα, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί δεν δόθηκε υπεύθυνη λύση στο επίμαχο θέμα αν και κατά πόσο η ινοκυστική μαστοπάθεια, σε μερικούς τουλάχιστον ιστολογικούς τύπους, μπορεί να θεωρηθεί δυνητικά προκαρκινική κατάσταση.

Παθολογοανατομικές αποδείξεις και επιδημιολογικά δεδομένα συμφωνούν με την άποψη, πως υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στις δύο παθήσεις, και πως η πιθανότητα να αναπτυχθεί καρκίνος σε κυστική μαστοπάθεια φτάνει στο διπλάσιο ή τετραπλάσιο απ΄ότι στο φυσιολογικό μαστό.

Ορισμένες ιστολογικές αλλοιώσεις της ινοκυστικής μαστοπάθειας, που εμφανίζουν υπερπλαστική αλλοίωση του επιθήλιου των κύστεων, μπορούμε να τις θεωρήσουμε υπεύθυνες για τη βαθμιαία εξέλιξή τους σε καρκίνο.

Κρίνεται σκόπιμο, τις ιστολογικές αυτές αλλοιώσεις να τις κατατάξουμε σε συγκεκριμένες ομάδες, για να τις συνδέσουμε καλύτερα με την πιθανή εξέλιξή τους σε καρκίνο.

  1. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι αλλοιώσεις, που δεν εμφανίζουν υπερπλαστική δραστηριότητα. Τέτοιες αλλοιώσεις φτάνουν σε συχνότητα έως το 70%.
  2. Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν οι αλλοιώσεις, που εμφανίζουν υπερπλαστική δραστηριότητα, χωρίς ατυπίες. Τέτοιες αλλοιώσεις φτάνουν έως το 30%.
  3. Στη Τρίτη ομάδα ανήκουν αλλοιώσεις, που εμφανίζουν υπερπλαστική δραστηριότητα που συνοδεύεται με ατυπίες. Τέτοιες αλλοιώσεις φτάνουν σε συχνότητα σε διάφορες μελέτες έως και το 40%.

Γυναίκες, που τα ιστολογικά ευρήματα της ινοκυστικής μαστοπάθειας τους τις κατέταξαν στην τρίτη ομάδα, εμφανίζουν διπλάσιο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου, που γίνεται εξαπλάσιος, όταν αναφέρεται περίπτωση καρκίνου του μαστού στην οικογένεια.

Για τα παραπάνω ο ιστολογικός έλεγχος της ινοκυστικής μαστοπάθειας, σε ορισμένες επίμονες κλινικά και ύποπτες μαστογραφικά περιπτώσεις, κρίνεται απαραίτητος για τον ακριβή καθορισμό της αλλοίωσης η βιοψία.

Συμπερασματικά, τη γυναίκα που πάσχει από ινοκυστική μαστοπάθεια πρέπει να την κατατάξουμε σε ομάδα “υψηλού κινδύνου” και να την παρακολουθούμε συχνότερα κλινικά και μαστογραφικά.

Μαστογραφικά, τη νόσο τη διακρίνουμε στον κυστικό τύπο, στον ινώδη και στην υπερπλασία των γαλακτοφόρων πόρων.

  1. Στον κυστικό τύπο διακρίνονται, τις περισσότερες φορές, μία ή δύο ή περισσότερες μεγάλες κύστεις και γύρω από αυτές άφθονες άλλες μικρές, που έχουν τους χαρακτήρες, που περιγράψαμε.
  2. Στον ινώδη τύπο διακρίνεται διάχυτο, σχεδόν ομοιογενές πυκνωτικό στρώμα με ή χωρίς κύστεις. Κάποτε, η διάκριση αυτής της αλλοίωσης μας δυσκολεύει να την ξεχωρίσουμε από τον καρκίνο (πυκνοί ακτινολογικά μαστοί).
  3. Στην υπερπλασία των πόρων εμφανίζονται άφθονες πυκνώσεις, σε μέγεθος 2-3 εκ., που σχηματίζουν χαρακτηριστική εικόνα χιονοστιβάδας. Στην υπερπλασία των πόρων, που συνοδεύεται από αδένωση, οι πυκνώσεις μοιάζουν με κύστεις ή με ιναδενώματα και σε προχωρημένο στάδιο σκληρυντικής αδένωσης, διακρίνεται διάχυτη πύκνωση του μαστού πολυοζώδους μορφής, που συχνά περιέχει διάχυτες επασβεστώσεις.

Ιστολογικός τύπος. Από ιστολογική άποψη και σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε, πως οι κύστεις, που σχηματίζονται στην ινοκυστική μαστοπάθεια, αποτελούν διευρύνσεις των γαλακτοφόρων πόρων ή των απολήξεών τους. Οι κύστεις αυτές είναι στρογγυλές και το μέγεθός τους εμφανίζει τέτοια ποικιλία, που άλλες φαίνονται με το μάτι κι άλλες διακρίνονται μόνο με το μικροσκόπιο.

Ποικιλία οι κύστεις εμφανίζουν και ως προς τη σύστασή τους. Έτσι άλλες είναι μαλακές, γιατί το περιεχόμενό τους είναι λίγο, κι άλλες σκληρές και μοιάζουν στην ψηλάφηση με ιναδενώματα, γιατί το περιεχόμενό τους είναι πολύ και πιέζει το τοίχωμά τους. Σκληρές εμφανίζονται και όσες έχουν παχύ τοίχωμα. Οι μαλακές κύστεις είναι δύσκολες στην ψηλάφηση.

Όσο για το περιεχόμενο υγρό των κύστεων αυτό είναι δυνατό να είναι διαυγές ή θολό, λεπτόρρευστο ή παχύρευστο ,ορώδες ή κιτρινωπό ή υποκύανο ή οροαιματηρό.

Γενικά, οι ινοκυστικές βλάβες, οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν ορθότερα ως ινοκυστική μεταβολή του μαζικού αδένα, ενέχουν αυξημένο σχετικό κίνδυνο ανάπτυξης καρκινώματος μόνον όταν συνυπάρχει κυτταρική ατυπία.


Ιδιαίτερες μορφές ινοκυστικών αλλοιώσεων

Αδένωση. Παρατηρείται κατεξοχήν αδενικός πολλαπλασιασμός. Οι αδένες είναι μικροί, σφαιρικοί, ομαλοί, δεν περιέχουν μυοεπιθηλιακά κύτταρα, έχουν ανοικτό αυλό, με ηωσινόφιλο εκκριτικό περιεχόμενο που μπορεί να αποτιτανωθεί.

Σκληρυντική Αδένωση. Αποτελεί παθολογοανατομικό εύρημα που χαρακτηρίζεται από εκτροπή της φυσιολογικής ανάπτυξης των λοβίων, υπερπλασία των μυοεπιθηλιακών κυττάρων και ανάπτυξη ινώδους ιστού. Συνήθως είναι αμφοτερόπλευρη και πολλές φορές συνοδεύεται από πόνο. Μαστογραφικά παρουσιάζεται με μορφή αποτιτανώσεων, συνήθως αμφοτερόπλευρα, που είναι συρρέουσες, διάσπαρτες και ανώμαλες ενώ μπορεί να παρουσιαστεί ως μάζα ή διαταραχή αρχιτεκτονικής.

Λοβιακή Υπερπλασία. Αποτελεί μη συχνή βλάβη και έχει αυξημένο σχετικό κίνδυνο ανάπτυξης καρκινώματος όταν συνυπάρχει κυτταρική ατυπία. Πρόκειται για υπερπλασία των κυττάρων των κυψελιδοειδών λοβιακών μονάδων που είναι ανάλογη, αλλά δεν είναι το ίδιο παθολογοανατομικά με την αντίστοιχη βλάβη των μη διηθητικών καρκινωμάτων. Συνήθως πρόκειται για τυχαίο ιστολογικό εύρημα. Μαστογραφικά μπορεί να λάβει τη μορφή αποτιτανώσεων, μάζας ή διαταραχής αρχιτεκτονικής του μαζικού ιστού.

Επιθηλίωση. Πρόκειται για υπερπλασία των επιθηλιακών κυττάρων των περιφερικών πόρων και συνυπάρχει συχνά με τις αλλοιώσεις της ινοκυστικής μεταβολής. Όταν συνυπάρχει κυτταρική ατυπία προκύπτει κατάσταση αυξημένου κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου, ενώ η επιθηλίωση χωρίς ατυπία σχετίζεται με μικρό σχετικό κίνδυνο. Ανευρίσκεται στο 25% των βιοψιών του μαστού. Η μαστογραφική της απεικόνιση λαμβάνει τη μορφή συρρεουσών αποτιτανώσεων ή διαταραχή της αρχιτεκτονικής.

Θηλωμάτωση. Αφορά σε ιστοπαθολογική οντότητα που χαρακτηρίζεται από υπερπλασία του επιθήλιου των πόρων με σχηματισμό πολλαπλών μικροθηλωμάτων. Παρουσιάζει μικρό δυνητικό κίνδυνο καρκινογένεσης. Μπορεί να εμφανίσει έκκριμα θηλής, εικόνα αποτιτανώσεων σε μαστογραφία, ή ελλείμματα σκιαγράφησης σε γαλακτογραφία. Επιπλέον, είναι συχνά τυχαίο εύρημα σε βιοψία μαστού για άλλο λόγο.

Συμπτώματα. Η κυστική μαστοπάθεια εκδηλώνεται με τα παρακάτω συμπτώματα.

Μασταλγία. Αυτή αφορά σ’ ολόκληρο το μαστό και γίνεται περισσότερο αντιληπτή στις πριν την εμμηνορρυσία ημέρες. Η ένταση του πόνου εξαρτάται από τη συναισθηματική συμπεριφορά της γυναίκας και από το φόβο, που την κατέχει, για τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου, γιατί συνδέει την ύπαρξή του με τον πόνο.

Διαφορική διάγνωση της μασταλγίας πρέπει να γίνει από τη μεσοπλεύρια νευραλγία.

Ψηλαφητά οζίδια. Η γυναίκα θα αναφέρει, πως κατά την ψηλάφηση των μαστών της διαπιστώνει την ύπαρξη μικρών ή μεγάλων οζιδίων ανώδυνων ή επώδυνων. Τα οζίδια ψηλαφώνται σ’ ολόκληρη την έκταση του μαστού ή σε κάποια περιοχή του ή και στους δύο μαστούς.

Έκκριση από τη θηλή. Σε συχνότητα 5-10% είναι δυνατόν η ύπαρξη της ινοκυστικής μαστοπάθειας να καταστεί έκδηλη με την εμφάνιση αυτόματης ή προκλητής έκκρισης από τη θηλή του μαστού, που η χροιά της ποικίλει από την ορώδη ως την αιματηρή.

Με την ψηλάφηση του μαστού, όταν η γυναίκα πάρει την ορθή θέση εξέτασης του μαστού, διαπιστώνεται η ευαισθησία του και η ύπαρξη μέσα σ’ αυτόν των οζιδίων, που αναφέρει η πάσχουσα, ιδιαίτερα στα έξω πάνω τεταρτημόρια.

Τα ψηλαφητά οζίδια έχουν ποικίλο μέγεθος, έχουν σαφή όρια και εμφανίζουν κινητικότητα. Αυτά τα χαρακτηριστικά και ιδιαίτερα ο μεγάλος αριθμός τους και η εμφάνισή τους σαν σκάγια, κάνουν την ινοκυστική μαστοπάθεια να διακρίνεται από τον καρκίνο.

Αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο η ψηλάφηση κύστης, που μετά πάροδο λίγων ημερών εξαφανίζεται.

Μαστογραφία. Αυτή αποτελεί πολύτιμη εργαστηριακή διαγνωστική μέθοδο ελέγχου της ινοκυστικής μαστοπάθειας, γιατί αυτή θα μας οδηγήσει στην απόφαση να προβούμε ή όχι στην εκτέλεση ιστοληψίας της πάσχουσας περιοχής. Η διάγνωση εξαρτάται από την ποιότητα των μαστών. Έτσι στους λιπώδεις μαστούς αυτή είναι εύκολη, ενώ στους σκληρούς μαστούς δύσκολη και μπορεί να διαφύγει της προσοχής η ύπαρξη μεγάλου όγκου. Συμπλήρωμα απαραίτητο της μαστογραφίας είναι και το υπερηχογράφημα των μαστών. Όταν διαπιστωθεί η ύπαρξη κύστης με το υπερηχογράφημα και την μαστογραφία είναι εύκολη η παρακέντησή της.

Στη διάγνωση την ινοκυστικής μαστοπάθειας μπορούμε να συμπεριλάβουμε την παρακέντηση κύστης και την ιστοληψία βλάβης για ιστολογικό έλεγχο με τη βοήθεια των υπερήχων.

Επιπλοκές. Η σπουδαιότερη από αυτές είναι η ρήξη κύστης ινοκυστικής μαστοπάθειας με επακόλουθο τη φλεγμονή του μαστού. Η ρήξη της κύστης συμβαίνει όταν το επιθήλιο, που καλύπτει το εσωτερικό τοίχωμα της κύστης, δεν προφταίνει ν’ απορροφήσει το υγρό που παράγεται. Τότε σχηματίζεται η “κύστη από διάταση”, που εύκολα μπορεί να ραγεί.

Θεραπεία. Η θεραπεία της ινοκυστικής μαστοπάθειας είναι συντηρητική και χειρουργική.

α) ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ. Είναι γεγονός, πως τις περισσότερες φορές, η κυστική μαστοπάθεια δεν απαιτεί καθενός είδους θεραπεία. Οι προεμμηνορρυσιακές ενοχλήσεις από τους μαστούς και η ψηλάφηση οζιδίων από την ίδια την γυναίκα κατά την αυτοεξέτασή της, που την πανικοβάλλουν, γιατί συνδέει τα ευρήματα της με τον καρκίνο, αν την πείσουμε, πως δεν έχουν καμία παθολογική σημασία, τότε αυτό της φτάνει και ηρεμεί. Και όταν αυτή ηρεμήσει, υποχωρούν οι ενοχλήσεις της, γιατί η ινοκυστική μαστοπάθεια συνδέεται στενά με τη συναισθηματική κατάσταση της γυναίκας. Άλλες φορές, στη συντηρητική αντιμετώπιση αναγκαζόμαστε να καταφεύγουμε στα παρακάτω μέσα.

Δίαιτα: για την ανακούφιση της πάσχουσας συστήνουμε την αποφυγή πομάτων, που περιέχουν μεθυλξανθίνες, όπως είναι το τσάι, ο καφές, η σοκολάτα, η κόκα-κόλα.

Εφαρμογή στηθόδεσμου: η εφαρμογή σφικτού στηθόδεσμου κατά τη διάρκεια τόσο της ημέρας, όσο και της νύκτας που να κρατάει τους μαστούς στη θέση τους, ανακουφίζει την πάσχουσα.

Χορήγηση παυσίπονων και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων: αυτά, σε ελαφριές μορφές μασταλγίας προκαλούν ανακούφιση της πάσχουσας. Σε συναισθηματικές αστάθειες μπορούν να συνδυαστούν με ηρεμιστικά ή ψυχοαναληπτικά φάρμακα (ανάλογα με την ψυχοπαθολογική κατάσταση της γυναίκας).

Χορήγηση διουρητικών: επειδή η κατακράτηση ύδατος είναι αυξημένη τις παραμονές της εμμηνορρυσίας και επειδή  αυτό προκαλεί αίσθημα τάσης στους μαστούς, μπορούμε να δοκιμάσουμε τη χορήγηση διουρητικών φαρμάκων δέκα ημέρες πριν από την αναμενόμενη εμμηνορρυσία, για να προκαλέσουμε αποσυμφόρηση των μαστών και ανακούφιση της πάσχουσας.

Χορήγηση φαρμάκων με δραστική ουσία την βρωμοκρυπτίνη ή την καβεργολίνη όταν συνυπάρχουν συμπτωματολογία ινοκυστικής μαστοπάθειας με διαταραχές υπερπρολακτιναιμίας.

β) ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ. Αφού εξαντλήσουμε τη συντηρητική αντιμετώπιση της ινοκυστικής μαστοπάθειας χωρίς αποτέλεσμα, καταφεύγουμε σε επεμβάσεις στο μαστό, που είναι:

  1. Παρακέντηση κύστεων. Για να ανακουφίσουμε την άρρωστη ή για να την πείσουμε πως δεν πρόκειται για καρκίνο, είναι δυνατό, μετά τη διάγνωση κύστης του μαστού, να παρακεντήσουμε αυτή στο ιατρείο.
  2. Εξαίρεση υπόπτων αποτιτανώσεων με Μαμοτόμο για βιοψία, όπως και λήψης βιοψίας με κόπτουσα βελόνα με βοήθεια υπερήχων.
  3. Ύστερα από μαστογραφική υπόδειξη μπορούμε να προβούμε σε εξαίρεση της περισσότερο πάσχουσας περιοχής του μαστικού αδένα και ιστολογικό της έλεγχο, για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, αλλά και για λόγους θεραπευτικούς, μπορούμε να αποφασίσουμε την εξαίρεση του τμήματος του μαστού, που περισσότερο ενοχλεί την άρρωστη και να την ανακουφίσουμε.

Σε περίπτωση που η ιστολογική εξέταση δείξει ανάπτυξη κακοήθειας προχωρούμε στις κλασικές επεμβάσεις του καρκίνου του μαστού ανάλογα με τα δεδομένα της ασθενούς.