Δευτέρα
23 Οκτωβρίου
2017

Doctor Vasiliadis

Αντισπερμικά αντισώματα και MAR-test - IBT - SPAT

Ως δυνητικό αίτο υπογονιμότητας, τα αντισώματα κατά των σπερματοζωαρίων στους άνδρες προκαλούνται συνήθως από τραυματισμό στο σύστημα αναπαραγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης του σπέρματος. Επίσης είναι παραδεκτό πως η παραγωγή αντισωμάτων είναι ένας συχνός αμυντικός μηχανισμός που βοηθά στην πρόληψη της λοίμωξης. Ωστόσο, η υπάρχουσα γνώση γύρω από τα αντιγόνα του γεννητικού συστήματος του άνδρα που προκαλούν ανοσοποιητική απάντηση είναι ακόμη πολύ αποσπασματική. Τα αυτοαντισώματα αυτά μπορεί να αλληλεπιδράσουν με διάφορες λειτουργίες του σπέρματος όπως η κινητικότητα τους, η ανάμιξη τους με την τραχηλική βλέννα και η πρόσφυσή τους στη διάφανη ζώνη του ωαρίου. Στην περίπτωση ύπαρξης αντισπερμικών αντισωμάτων στο αίμα, το σπέρμα ή στη βλέννα του τραχήλου της μήτρας, αυτά προσκολλώνται στην επιφάνεια του σπέρματος και εμποδίζουν την μεταφορά του και τελικά την γονιμοποίηση του ωαρίου. Συνήθως στις γυναίκες, τα αντισώματα εμποδίζουν την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων στη διαδρομή τους δια μέσου της τραχηλικής βλέννας ενώ στους άνδρες, τα αντισώματα που προσκολλάνε στην ουρά του σπέρματος και παρεμποδίζουν την ικανότητα του σπέρματος στην κίνηση.

Επίσης, άλλες μελέτες έδειξαν ότι σε ζευγάρια με στείρωση τα οποία είχαν HPV λοίμωξη στο σπέρμα του συντρόφου, υπήρξαν υψηλά ποσοστά παρουσίας αντισπερμικών αντισωμάτων. Σε αυτούς τους ασθενείς, το σπέρμα με HPV λοίμωξη συσχετίστηκε με χαμηλότερη κινητικότητα σπέρματος, η οποία ήταν χειρότερη σε άτομα με παρουσία αντισπερμικών αντισωμάτων. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Το μεγαλύτερο μέρος των IgA αντισπερμικών αντισωμάτων εκκρίνονται από τους γεννητικούς αδένες. Εμφανίζονται προσκολλημένα στα σπερματοζωάρια και μερικές φορές στο πλάσμα του σπέρματος, αλλά συνήθως απουσιάζουν από τον ορό του αίματος. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος για αντισώματα IgA στον ορό δεν συνιστάται. Η αναζήτηση αντισωμάτων σπέρματος IgA στο σπερματικό πλάσμα ενδείκνυται μόνο σε περιπτώσεις με χαμηλό αριθμό σπερματοζωαρίων ή χαμηλή κινητικότητα, αν και η πιθανή κλινική σημασία αυτών των αντισωμάτων είναι αμφισβητήσιμη.

Η διάγνωση της ανοσολογικής στειρότητας είναι η πιθανή,  όταν το 50% ή περισσότερο των κινητών σπερματοζωαρίων έχουν αντίσωμα που συνδέονται με αυτά. Ωστόσο, τα ζευγάρια είναι ακόμα δυνατό να συλλάβουν με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν άλλες ανωμαλίες στο σπέρμα.

Η δοκιμασία της «μικτής αντίδρασης ανοσοσφαιρίνης» ή MAR-test ( Μixed Antiglobulin Reaction) αναφέρεται στον εργαστηριακό έλεγχο για την ανίχνευση των αντισωμάτων κατά του σπέρματος και έχει αποδειχθεί από μελέτες ότι είναι μια καλή μέθοδος για τη διαλογή των υπογόνιμων ζευγαριών με ανοσολογικά αίτια στις περιπτώσεις όπου υπάρχει χαμηλή κινητικότητα σπέρματος. Η δοκιμασία MAR είναι ποιοτική και το κύριο πλεονέκτημα της είναι ο εντοπισμός του αντιγόνου στην κεφαλή, στον αυχένα ή την ουρά του σπερματοζωαρίου. Κλινική σημασία έχει ο εντοπισμός του αντιγόνου στην κεφαλή, δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί ότι στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται η λειτουργικότητα των σπερματοζωαρίων. Σε γυναίκες όπου η δοκιμασία Sims-Huhner (PCT) ήταν αρνητικά επηρεασμένη, τα αποτελέσματα των μελετών έδειξαν θετική ή έντονα θετική προσκόλληση στο 83,3% των εξετασθέντων. Ο έλεγχος της παρουσίας των αντισωμάτων σπέρματος που αντιδρούν με το αντιγόνο των σπερματοζωαρίων θεωρείται ως μια τυπική και ειδική εξέταση που αφορά την διερεύνηση της ανοσολογικής στειρότητας στον άνδρα από αυτοάνοσα αίτια. Η παρουσία των αντισωμάτων σπέρματος που αντιδρούν με το αντιγόνο των σπερματοζωαρίων ανιχνεύεται σε ποσοστό περίπου 8% των υπογόνιμων ανδρών.

Η έλεγχος γίνεται με δείγμα σπέρματος, ορού αίματος ή τραχηλικής βλέννας, προκειμένου να ελεγχθεί η παρουσία ή η απουσία αντισπερμικών αντισωμάτων και ο τύπος των αντισωμάτων (IgA, IgG ή IgM). Τα αντισπερμικά αντισώματα που αξιολογούνται κλινικά ανήκουν στις ανοσολογικές κατηγορίες των IgG και IgA αντισωμάτων. Στον αρχικό έλεγχο, τα κυτταροτοξικά αποτελέσματα είναι επαρκώς ανιχνεύσιμα στα σπερματοζωάρια ή στον ορό με την ανίχνευση των IgG αντισωμάτων. Ωστόσο, τα αντισπερμικά αντισώματα του τύπου IgA τα οποία παρουσιάζουν κατά κύριο λόγο ιδιότητες συγκόλλησης, σπάνια εμφανίζονται χωρίς την ύπαρξη των αντισωμάτων IgG και ως εκ τούτου η σημασία τους για την ανδρική υπογονιμότητα είναι πιο σημαντική. Πράγματι, οι ασθενείς που συνδυάζουν αντισώματα σπέρματος IgA και IgG, ή παρουσιάζουν αντισώματα IgA μόνο έχουν πολύ μικρή πιθανότητα γονιμοποίησης της συντρόφου τους με φυσικούς τρόπους. Ως εκ τούτου, η ανίχνευση των αντισπερμικών αντισωμάτων IgA είναι υψίστης σημασίας τόσο για τη διάγνωση όσο και για την πρόγνωση της υπογονιμότητας του ζεύγους. Αυτά τα αντισώματα ανιχνεύονται και στο ορό του αίματος αλλά ένα τέτοιο εύρημα δεν επιτρέπει οποιαδήποτε διάγνωση για την πρόγνωση της υπογονιμότητας, όπως επανειλημμένα έχει αποδειχθεί σε ιατρικές μελέτες.

Στο έλεγχο του στείρου ζεύγους, άλλες μελέτες δείχνουν ότι ένας μικρός αριθμός των γυναικών έχουν ειδικές ανοσολογικές αντιδράσεις κατά των σπερματοζωαρίων ή το σπερματικό υγρό, οι οποίες αναστέλλουν τη γονιμότητα. Σε άτομα χωρίς εμφανή οργανική αιτία για τη στειρότητα βρέθηκε ότι 20% των γυναικών έχουν θετικές συγκολλητίνες σπέρματος. Η δοκιμασία συγκόλλησης (sperm agglutination test, SPAT) είναι η μέθοδος επιλογής για την ανίχνευση των αντισωμάτων στον ορό του αίματος του άνδρα ή της γυναίκας.

Το Immunobead Test (IBT) μπορεί να ανιχνεύσει διάφορα είδη των αντισπερμικών αντισωμάτων (συγκολλητίνες) σε διάφορα βιολογικά δείγματα, συμπεριλαμβανομένου του αίματος, της τραχηλικής βλέννης και τα σπερματοζωάρια. Η δοκιμασία ΙΒΤ είναι πιο πολύπλοκη από την δοκιμασία MAR και  είναι μια ημιποσοτική μέθοδος διαλογής. Η δοκιμασία αυτή μπορεί να ανιχνεύσει την τάξη και την σοβαρότητα των αντισωμάτων. Η δοκιμασία ΙΒΤ επίσης χρησιμοποιείται για να παρατηρηθεί η ποιότητα των σπερματοζωαρίων που θα χρησιμοποιηθούν σε πρόγραμμα εξωσωματικής γονιμοποίησης μετά από την ενεργοποίησή τους.

Θεραπευτικά τα στεροειδή (κορτιζόνες) μπορεί να είναι χρήσιμα στη μείωση των επιπέδων των αντισωμάτων και για την προσωρινή αύξηση της πιθανότητας να συμβεί σύλληψη. Η ενδομήτρια σπερματέγχυση είναι μια άλλη επιλογή θεραπείας που μπορεί να επιχειρηθεί.  Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) είναι μια περαιτέρω μέθοδος που έχει επίσης χρησιμοποιηθεί επιτυχώς για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες των αντισπερμικών αντισωμάτων όταν αυτά είναι παρόντα. Συνεπώς, ένα ζεύγος είναι δυνατόν να συλλάβει παρά την παρουσία αυτών των αντισωμάτων, αλλά όταν υπάρχει στειρότητα στο ζεύγος, αυτό είναι απίθανο να συμβεί χωρίς τη βοήθεια της σύγχρονης αναπαραγωγικής τεχνολογίας.

Συμπερασματικά, η ανίχνευση των αντισωμάτων στο υλικό εκσπερμάτισης γίνεται με μια σταγόνα από το μη επεξεργασμένο υλικό εκσπερμάτισης και μια σταγόνα ενός εναιωρήματος ερυθροκυττάρων που είναι επικαλυμμένα με IgG ή IgA αντισώματα. Στη συνέχεια γίνεται προσθήκη σωματιδίων με αντι-IgG ή αντι-ανοσοσφαιρίνη και οι συγκολλήσεις που προκύπτουν στο σπέρμα μέσω της προσθήκης των σωματιδίων ανιχνεύεται κάτω από το απλό μικροσκόπιο φωτός. Εάν υπάρχει συγκόλληση περισσότερο από το 30% θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει φτωχή πρόγνωση για αυτόματη σύλληψη. Η διάγνωση της ανοσολογικής στειρότητας με βάση τα κριτήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) τίθεται, όταν το 50% ή περισσότερο των κινητών σπερματοζωαρίων έχουν αντίσωμα που συνδέονται με αυτά. Ωστόσο, τα ζευγάρια είναι ακόμα δυνατό να συλλάβουν με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν άλλες ανωμαλίες στο σπέρμα.

Βιβλιογραφικές πηγές © Δρ Θεόδωρος Ξεν. Βασιλειάδης